|
06/04/2004
Χίος το νησί των Ολυμπιονικών
Ο Μάντικας, ο Σύλλας και τα άλλα παιδιά
Το αφιέρωμα που ακολουθεί είναι κάτι που οφείλουμε σ’ όλους όσους μας έχουν κάνει περήφανους μέσα στους στίβους κι ιδιαίτερα στους πρωτοπόρους.
Από το 1896 που η Ελλάδα φιλοξένησε τους Σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες φτάνουμε στο 2004, για να πάρουμε ξανά τη σκυτάλη της οργάνωσής τους. Είναι μια ιστορική στιγμή και για τον Νομό μας, αφού εδώ γεννήθηκαν και μεγάλωσαν οι Ολυμπιονίκες μας, Νίκος Σύλλας και Χρήστος Μάντικας.
Χρήστος Μάντικας - Ο αξεπέραστος Βαλκανιονίκης
Μια από τις μεγαλύτερες μορφές του Ελληνικού αθλητισμού. Γεννήθηκε στη Χίο το 1903. Γόνος φτωχής οικογένειας, άρχισε να ασχολείται συμπτωματικά σε μια ημερίδα, όπου για πρώτη φορά έτρεξε ξυπόλυτος και νίκησε τους τότε πρωταθλητές. Πρώτος, μετα τον Τσικλητήρα, Έλληνας αθλητής που αγωνίστηκε στον τελικό των Ολυμπιακών Αγώνων. Στους ημιτελικούς των 400 μέτρων μετ’ εμποδίων των Ολυμπιακών Αγώνων του Βερολίνου (1936), σε μια υπεράνθρωπη προσπάθεια, ο Μάντικας νίκησε πάνω ακριβώς στο νήμα τον Αμερικανό Σκόφιλντ με 53’’5 και προκρίθηκε στον τελικό. Ήταν ο μοναδικός Ευρωπαίος αθλητής, που προκρίθηκε στον τελικό του αγωνίσματος, όπου τερμάτισε 6ος.
Ο Μάντικας κατείχε και το πανελλήνιο ρεκόρ των 110 μ. μετ’ εμποδίων, 7 φορές το ρεκόρ των 400 μέτρων και 3 φορές το ρεκόρ των 400 μέτρων απλών. Κατέκτησε 20 χρυσά μετάλλια, τερματίζοντας πρώτος στους δρόμους 100μ. και 400 μ. με εμπόδια καθώς επίσης και στα 200 μ. το 1936 και 400μ. το 1935 και 1936.
Πήρε μέρος στις ελληνικές ομάδες σκυταλοδρομίας 4Χ100 και 4Χ 400 μέτρα καθώς και στη «Βαλκανική» σκυταλοδρομία (800, 400, 200, 100 μ) που καταργήθηκε όταν ξανάρχισαν μεταπολεμικά οι Βαλκανικοί Αγώνες.
Στους Πανευρωπαϊκούς αγώνες του Τορίνο, το 1934 κατέλαβε την 3η θέση στα 400 μ. εμπόδια. Το ρεκόρ του Χρήστου Μάντικα με τις 20 νίκες στα ατομικά αγωνίσματα και άλλες 18 στις σκυταλοδρομίες, παραμένει ακατάρριπτο στην ιστορία των βαλκανικών αγώνων. Πέθανε στις 5 Ιουνίου 1960 στην Αθήνα.
Σύλλας Νίκος - Ο μεγάλος δισκοβόλος
Γεννήθηκε στις 30-11-1914 στην Καλλιμασιά. Σε ένα αγώνα στο Μεζάρι είχε την πρώτη του επαφή με το δίσκο. «Τότε είδα», αφηγείται ο ίδιος, «κάτι παιδιά να ρίχνουν δίσκο. Θέλησα να ρίξω κι εγώ και τα ξεπέρασα. Πήρα εγώ ένα εφηβικό και άρχισα να ρίχνω σε ένα χωράφι δίπλα στο σχολείο, με την επίβλεψη του χωριανού και γυμναστή, Κώστα Σταμούλη. Μαζί μου είχα ένα κουβάρι σπάγκο. Έριχνα και μέτραγα».
Πήρε μέρος για πρώτη φορά στα «Β΄ Εφήβεια Χίου» που έγιναν 24- 31 Αυγούστου 1930 στην αυλή του σχολείου στου «Κλούβα». Βγήκε πρώτος νικητής στην ελληνική δισκοβολία εφήβων με επίδοση 26. Ήταν δε το ρίξιμο του δίσκου με τον παλμό της ελληνικής δισκοβολίας, χωρίς στροφές επιτόπου, ο αθλητής στεκόταν με το αριστερό πόδι πίσω και το δεξί μπροστά.
Το 1931 προσκαλείται στους Αιγαιοπελαγίτικους αγώνες στης Χίου και διακρίνεται για την υπέροχη του επίδοση των 38 μέτρων. Εγγράφεται στον «Παγχιακό» και προπονείται εντατικά. Ο Δήμαρχος της Χίου Καλβοκορέσης, ενδιαφέρεται για τον ταλαντούχο νεαρό και τον στέλνει στους Πανελλήνιους.
Στη Βαλκανιάδα του 1932 πήρε την πρώτη θέση νικώντας τον Γιουγκοσλάβο Κλέουτ και κατέρριψε το ελληνικό ρεκόρ με 42.08.
Στους Πανελλήνιους της 28-05-1934 καταρρίπτει το ρεκόρ του με 44.13 και στους Βαλκανικούς του Ζάγκρεμπ (24-08-1934) θριαμβεύει με 48.54 έναντι 46.72 του 2ου Χάβαλετς (Ρουμ).
Με την επίδοση του Ζάγκρεμπ, ο Σύλλας κατατάχθηκε ανάμεσα στους μεγάλους δισκοβόλους του κόσμου. Το δε ρεκόρ του 10ο στην Ευρώπη και 13ο στον κόσμο.
Στο Βερολίνο σημείωσε το μεγαλύτερο θρίαμβο της καριέρας του και με βολή 47.75 αναδείχθηκε 6ος Ολυμπιονίκης. Σε δύο εβδομάδες στους αγώνες του Μαλμόε (14.08.1936) και της Στοκχόλμης ήρθε πρώτος με βολές 49.12 και 49.35 κατανικώντας τον Ιταλό Ομπερμπέργκερ και τον Νορβηγό Σόρλιε, 3ο και 4ο Ολυμπιονίκη αντίστοιχα.
Στους Εαρινούς του ’39 πέτυχε 51 μέτρα (καλύτερη επίδοση στον κόσμο) και εν συνεχεία θριάμβευσε στους Πανελλήνιους με 50.92, στους Βαλκανικούς με 50.11 και στους διεθνείς της Μεγάλης Βρετανίας στις 07.08.1939 ήρθε 2ος με 48.65 έναντι 48.85 του Γερμανού Βόταπεκ.
Κατά την προπόνηση της 31-09-1939 ευρισκόμενος στην καλύτερη φόρμα της ζωής του πέτυχε 6 βολές πάνω από 50 μέτρα και μία 52.38,73 εκατοστά λιγότερο της παγκόσμιας επίδοσης του Γερμανού Σρέντερ (53.10).
Την 4η θέση πήρε στους Πανευρωπαϊκούς του Όσλο το 1946, με βολή 47.96 υπολήφθηκε του 3ου μόλις 18 εκατοστά.
Στους ελληνογαλλικούς (02-06-1947) και Μεσογειακούς αγώνες (05-10-1947) νίκησε με βολές 45.70 και 4503 αντίστοιχα.
Συμμετέχει για δεύτερη φορά στους Ολυμπιακούς που έγιναν στο Γουεμπλευ του Λονδίνου (02-04-1948), όπου έχασε για 7 εκατοστά την 6η θέση (47.26) ενώ στους προκριματικούς είχε ρίξει 48.04.
Μετά από κάποιο ατύχημα, που παραλίγο να του στοιχίσει την ζωή, θα επανέλθει στην ενεργό δράση στις 05-01-1950, συμμετέχοντας στους Πανευρωπαϊκούς των Βρυξελλών, όπου κατέλαβε την 7η θέση με 46.14.
Ένα μήνα πριν τους Ολυμπιακούς του Ελσίνκι επανέλαβε εντατικά τις προπονήσεις του, τις οποίες είχε εγκαταλείψει. Στο Ελσίνκι (22-07-1952) κατατάσσεται 9ος με βολή 48.99.
Οι τελευταίες προπονήσεις του Σύλλα έγιναν το καλοκαίρι του 1955, κατά τις προετοιμασίες του για συμμετοχή στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Μελβούρνης τον επόμενο χρόνο. Στα 41 χρόνια του όμως έδωσε τόπο στον ανερχόμενο Αντώνη Κουνάδη, ο οποίος μόλις το 1951 κατέρριψε το ρεκόρ του με την βολή των 51.30 μέτρων.
Στις 16-08-1986, ενώ βρισκόταν, σε γαμήλια τελετή στον Αγ. Γεώργη Συκούση έφυγε «μέσα στη χαρά». Η κηδεία του έγινε στις 18 Αυγούστου στην Αθήνα.
|